🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
λούτσα
λούτσα
η
лужа
;
===
γίνομαι ~ — промокнуть до костей
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
лужа
? —
λούτσα
как с
(ново)греческого
переводится слово
λούτσα
? — лужа
#
(ново)греческий словарь
—
δισκέτα
—
κακοσούρης
—
ανθιβολή
—
δυσάγωγος
—
ζυγούρι
—
δένδρωση
—
κουνούπι
—
σταλάζω
—
συγκατοχή
—
προικώος
—
προικιάτικος
—
εξελίσσω
—
τροφοδοτώ
—
ανθρωπολατρία
—
διαφορετικός
—
καθυστερημένα
—
φτωχεύω
—
σοβάντισμα
—
λαγιάζω
—
πάω
—
πατριωτικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω