🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αποθετικός
αποθετικός
1) грам.
отложительный
;
2) юр.
отменяющий
;
~ή αίρεσις — условие(__,__) отменяющее право, положение
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
отложительный
? —
αποθετικός
как на
(ново)греческом
будет слово
отменяющий
? —
αποθετικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
αποθετικός
? — отложительный, отменяющий
#
(ново)греческий словарь
—
λευκαντικό
—
κοινοτοπία
—
ανάμιξη
—
ενάμισης
—
βρογχοστένωση
—
εντόκως
—
σκαλτσάτος
—
τρομοκρατία
—
λούμπουνας
—
αναλιγώνομαι
—
αντιρρόπησις
—
υδρογεωλογία
—
μπατίρισσα
—
λιποειδής
—
αποστολάτορας
—
καμφορικός
—
έτεκον
—
ραδιοφωταύγεια
—
καμπούριασμα
—
βωντεβίλλ
—
σολέας
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω