🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αντικτύπημα
αντικτύπημα
το 1)
рикошет
;
2)
контрудар
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
рикошет
? —
αντικτύπημα
как на
(ново)греческом
будет слово
контрудар
? —
αντικτύπημα
как с
(ново)греческого
переводится слово
αντικτύπημα
? — рикошет, контрудар
#
(ново)греческий словарь
—
ονείρωξη
—
κλωστοποίηση
—
ξεπλυμένος
—
ολιγόζωος
—
εντεταμένος
—
ευπρεπής
—
άνοσος
—
νυκτόβιος
—
λιοκόκκι
—
μπρούντζος
—
οινομαγειρείο
—
διασκελιά
—
αντιπερισπώ
—
πουλακίδα
—
φραγκοσταφυλιά
—
πηλοπλαστική
—
υδατάνθρακας
—
εφεσείων
—
λακές
—
ρυπτικός
—
συντείνω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω