🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ενεπίγραφος
ενεπίγραφ|ος
надписанный, снабжённый надписью
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
надписанный
? —
ενεπίγραφος
как на
(ново)греческом
будет слово
снабжённый надписью
? —
ενεπίγραφος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ενεπίγραφος
? — надписанный, снабжённый надписью
#
(ново)греческий словарь
—
ακούρνιαχτος
—
Αγγελική
—
εμπειροτέχνης
—
αίσκιωτος
—
οσφυικός
—
μίνθη
—
δασύκνημος
—
λιοκαμένος
—
απετάλωτος
—
δεψχκή
—
Αμερικάνος
—
ηλιοτροπικός
—
χειμωνιάτικα
—
γκριζομάτης
—
τραπεζάκι
—
καπηλεύομαι
—
ανεξάγνιστος
—
εκγλυφή
—
συνιδιοκτήτρια
—
συστηματοποιημένος
—
αντίο!
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω