🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κοντράλτο
κοντράλτο
το
контральто
(голос)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
контральто
? —
κοντράλτο
как с
(ново)греческого
переводится слово
κοντράλτο
? — контральто
#
(ново)греческий словарь
—
ελευθερώσιμος
—
σάκχαροτό
—
γιγαντομάχος
—
μαριόλα
—
βροντοχτυπάω
—
αμμωνιακό
—
αλαλούκης
—
επιδοματούχος
—
κανονιά
—
φλογίζομαι
—
παιδαράς
—
λιγουρευτός
—
σεχταριστικά
—
επιφορτισμένος
—
ρακοσυλλέκτης
—
αργολόγημα
—
δούρειος
—
στομαχόπονο
—
πόλεμος
—
αστεροσκοπείο
—
σιγανοπόταμο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω