🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γυμνόσπερμος
γυμνόσπερμος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
γυμνόσπερμος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
κατουράω
—
φιληνάδα
—
ομογενοποιούμαι
—
καταβεβλημένος
—
ζωοκόμος
—
αμάτιαστος
—
αναπαριστώ
—
καρβουνιάζω
—
πενθήμερος
—
ανάκρουσμα
—
Πεντάγωνο
—
παλάβρας
—
τζιτζιφιόγκος
—
προγεμένος
—
διατρέφω
—
ρωσομάθεια
—
ξερραγιάρω
—
κουτσαβάκισσα
—
ξυλολατρία
—
μουζελιά
—
ιταλομάθεια
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω