🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αεροπέδη
αεροπέδη
η
пневматический тормоз
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пневматический тормоз
? —
αεροπέδη
как с
(ново)греческого
переводится слово
αεροπέδη
? — пневматический тормоз
#
(ново)греческий словарь
—
εγωτιστής
—
απρογραμμάτιστος
—
απομεινάρι
—
αυταρχία
—
όγκος
—
εφάπαξ
—
καλαμποκιά
—
αχάτης
—
βλαστοκοπω
—
κριτής
—
αβάφτιστο
—
επιβίωση
—
αρβαλάω
—
γαιανθρακορύκτης
—
στυγερότητα
—
παντοχή
—
θήκη
—
ξεπεσμένος
—
ελαιουργός
—
παύση
—
φάτνη
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω