🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ξεμαντάλωμα
ξεμαντάλωμα
το
отпирание
(двери, ворот и т. п.);
===
δέν έχει ~ό η γλώσσα του — [phrase]у него язык без костей[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
отпирание
? —
ξεμαντάλωμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
ξεμαντάλωμα
? — отпирание
#
(ново)греческий словарь
—
στέφανος
—
κάθουμαι
—
αυτολάτρης
—
αρματωμένος
—
μεταλλόκραμα
—
λιμάρικο
—
σλαυικός
—
επιβατικό
—
φυτοφαγία
—
χαρακτός
—
κυριακάτικα
—
βερμπαλίστρια
—
κατσικόδρομος
—
τσιμεντόλιθος
—
ξεκάλτσωτος
—
αλληλοεξυπηρετούμαι
—
κολακευτικός
—
φυλάττω
—
ασυμβίβαστο
—
δραχμοβίωτος
—
σβαρνάω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω