🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
συνάλληλος
συνάλληλ|ος
лог.
взаимосвязанный
(о понятиях, суждениях)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
взаимосвязанный
? —
συνάλληλος
как с
(ново)греческого
переводится слово
συνάλληλος
? — взаимосвязанный
#
(ново)греческий словарь
—
πεντακοσιοστό
—
χαμαλιάτικα
—
απολύμανση
—
σιταροπάζαρο
—
ενθυμητικό
—
γιορτιάτικος
—
αζημίωτο
—
άσβηστος
—
λιοτριβιό
—
αζωγράφιστος
—
ασφαλίστρια
—
ειρηνοδικείο
—
τεράστιος
—
αιμοστασία
—
καμπυλωτός
—
κατανέμω
—
ανδρειευ-
—
πετροκόπος
—
ζούπισμα
—
λιανοπούλημα
—
αβγατάω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω