🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εστήθην
εστήθην
αόρ. от ίσταμαι
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
εστήθην
? —
#
(ново)греческий словарь
—
αεροστεγής
—
σύννους
—
ερυσιπελατώδης
—
άζωνος
—
ραφινάρισμα
—
εμπαιστός
—
νόννα
—
υπουργώ
—
παραόξω
—
αδιακωμώδητος
—
δοξαράτος
—
παιδιάρισμα
—
αντιπαθητικός
—
πολυτάραχος
—
εκδικάζω
—
κοχλάδι
—
τόρνος
—
ραβδίζω
—
ζεύγλη
—
νέμομαι
—
εριστικά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω