🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
λυκόπορδον
λυκόπορδον
το
дождевик
(гриб)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
дождевик
? —
λυκόπορδον
как с
(ново)греческого
переводится слово
λυκόπορδον
? — дождевик
#
(ново)греческий словарь
—
ακκισμα
—
αποθεούμαι
—
κλέβω
—
αμφιρρέπεια
—
Πήγασος
—
κουβαράκι
—
αναψήφιση
—
ασθματικός
—
ιδιοσυστασία
—
εργαλειοστάτης
—
ύστερα
—
ερυθροβαφής
—
κληρούχος
—
ξυπασιά
—
ασφύριχτος
—
παραξηγώ
—
εγνώσθην
—
φιγουρίνι
—
φλεβαριάτικος
—
αντιπερισπαστικός
—
αλλοτεσινός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω