🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βρισίδι
βρισίδι
το
ругань, брань
;
τόν έβαλα (или τόν έστρωσα) στό ~ — [phrase]я его обругал[/phrase]
;
τού πάτησα ένα ~! — [phrase]я его так отругал![/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
ругань
? —
βρισίδι
как на
(ново)греческом
будет слово
брань
? —
βρισίδι
как с
(ново)греческого
переводится слово
βρισίδι
? — ругань, брань
#
(ново)греческий словарь
—
καλμάρω
—
έπειτα
—
ευκοσμία
—
προσεπικαλώ
—
ρυμούλκία
—
Αθίγγανος
—
μανουβράρισμα
—
καλοαναθρεμμένος
—
αυλητική
—
υπεκφεύγω
—
απροθυμοποίητος
—
ακαλανθίς
—
κρασόξιδο
—
διαθρύπτω
—
σχόλαση
—
μπαμπακόλαδο
—
διαπρεπής
—
φιλοζωϊκός
—
αναγόμωση
—
κατάπρυμος
—
δικολόγος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω