🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εμβρόντηση
εμβρόντηση
η мед.
ступор
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
ступор
? —
εμβρόντηση
как с
(ново)греческого
переводится слово
εμβρόντηση
? — ступор
#
(ново)греческий словарь
—
αναπαραγωγός
—
πηδαλιούχηση
—
κλυστήρας
—
συρροή
—
διεθνικός
—
κουτσαβάκικος
—
σανιδοπάσσαλος
—
νεομάρτυρας
—
αντιπλημμυρικός
—
δευτερνάτικος
—
γραφιδοθήκη
—
βούλωμα
—
μυθολογώ
—
γουλίζω
—
πρυμνιός
—
ορίστε
—
εναντιοφρονώ
—
φασιστικά
—
περιδιάβαση
—
μπάκα
—
λούρα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω