🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τραυματιοφορίνα
τραυματιοφορίνα
η воен.
санитарка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
санитарка
? —
τραυματιοφορίνα
как с
(ново)греческого
переводится слово
τραυματιοφορίνα
? — санитарка
#
(ново)греческий словарь
—
ευθυντήριος
—
αναρθρία
—
κινεζικός
—
μαντέμι
—
Αρναούτης
—
αμαξίδιο
—
ορυζοφάγος
—
τιθάσσευση
—
κακοστομαχιάζω
—
στραταρχικός
—
ασημοκερατάς
—
προεδρεύω
—
μετακομιστικός
—
φυτοπαθολογία
—
ξαναμμένος
—
κατσικοκλέφτης
—
υποστηριχτής
—
σύσκεψη
—
ανατάσσομαι
—
ανελεημοσύνη
—
υδρασκός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω