🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αέριο
αέριο
το
газ
;
μεταβολισμός ~ίων — газообмен
;
δηλητηριώδη πολεμικά ~ια — воен. отравляющие газы
;
δακρυγόνα (άσφυξιογόνα) ~ια — слезоточивые (удушливые) газы
;
τό ορυκτόν ~ — рудничный газ
;
τά ~ια — газы (в киишечнике)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
газ
? —
αέριο
как с
(ново)греческого
переводится слово
αέριο
? — газ
#
(ново)греческий словарь
—
εικοσαπλάσιος
—
χασαπόσκυλο
—
γλυκοκοιμισμένος
—
πρωτοκολλώ
—
καλοπιάνω
—
αμπώθω
—
καβαλλαρία
—
παλιατζούρα
—
ακρογιάλι
—
περιορίζω
—
πράγματι
—
ανεδαφικός
—
φάγε
—
πλευρώδης
—
μαχαιροποιείο
—
νομιμοποιούμαι
—
γαϊδουροκαβαλλαρία
—
παλίμβουλος
—
ξεροτήγανο
—
θολόσταχτη
—
προσύλληψη
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω