🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ταύτιση
ταύτιση
η
идентификация
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
идентификация
? —
ταύτιση
как с
(ново)греческого
переводится слово
ταύτιση
? — идентификация
#
(ново)греческий словарь
—
σολέα
—
λαϊκίζω
—
γινόμενο
—
απαραχάρακτος
—
ραδόνιο
—
προτονίς
—
μεταξωσέντονο
—
αρώτηγος
—
συνοδοιπόρος
—
εξορμίζω
—
πλιατσικολόγος
—
αρχιεπισκοπή
—
βιδώνω
—
αυτοχρωμικός
—
σειράς
—
δεντρόκηπος
—
επιβράδυνση
—
χρωμιούχος
—
παπαρδέλας
—
ιπποκομία
—
ρουμάνι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω