🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αλεπούδι
αλεπούδι
το
лисёнок
;
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
лисёнок
? —
αλεπούδι
как с
(ново)греческого
переводится слово
αλεπούδι
? — лисёнок
#
(ново)греческий словарь
—
εγκοίλιος
—
χαρτοβιβλιοπώλης
—
αμβροσία
—
μονομεριάτικος
—
ατελώνιστος
—
δεσμά
—
αζωγράφητος
—
τηλεφωνικός
—
ξεχειμάζω
—
ερμηνεύω
—
άθεος
—
αντικαπιταλισμός
—
σύρνω
—
διαμείβομαι
—
πιτυρήθρα
—
φαλίδωμα
—
βενετοκρατία
—
αποκοσκινίδια
—
φάντες
—
τηκτός
—
άρπα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω