🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κατάτριψη
κατάτριψη
(-εως) η
изматывание
;
~ εχθρού — изматывание противника
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
изматывание
? —
κατάτριψη
как с
(ново)греческого
переводится слово
κατάτριψη
? — изматывание
#
(ново)греческий словарь
—
ορθοπαιδική
—
εξαχνώ
—
δωδεκάρι
—
αντιπροσαγόρευσις
—
ασακκούλιαστος
—
ανθρωποθυσία
—
στρατηγός
—
ζωοπλαγκτόν
—
ύστερο
—
σιταρόσπορο
—
θεραπεύτρια
—
κατεργάρικος
—
ορνιθοφιλία
—
διέβρωσα
—
αγένωτος
—
γιαουρτάδικο
—
γεναριάτικος
—
περιδίνησις
—
απαπούτσωτος
—
μαϊμουδάκι
—
κορίτσι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω