🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
λιμνοφυής
λιμνοφυ|ής
озёрный
(о растениях)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
озёрный
? —
λιμνοφυής
как с
(ново)греческого
переводится слово
λιμνοφυής
? — озёрный
#
(ново)греческий словарь
—
συλλυπούμαι
—
νιφτήρας
—
προστατευτικό
—
αποκλίνων
—
σφαιριστής
—
εξουδετέρωση
—
ανθοστεφανωμένος
—
βοητός
—
ζαντός
—
σφάξιμο
—
απληστος
—
αναξέω
—
αλεξητήριον
—
αδελφικοασπάζομαι
—
γοργοκαβαλάρης
—
φιλιούμαι
—
αράκος
—
Πέρσης
—
ευκάλυπτος
—
απαγγελάτορας
—
δίτρητος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω