🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εκβαθύνω
εκβαθύνω
(αόρ. εξεβύθυνα)
углублять
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
углублять
? —
εκβαθύνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
εκβαθύνω
? — углублять
#
(ново)греческий словарь
—
δαιμονολατρία
—
κόσμος
—
εντυπο
—
ελαθον
—
γάστρι
—
λενινικός
—
απογευματινός
—
μονοκομματικός
—
αργοπορία
—
άνωρα
—
νεκρόδειπνος
—
ομογραφία
—
αρμέγω
—
φαντασμαγορικός
—
χιονόλευκος
—
σαπουνόνερο
—
περίχαρος
—
γκρυλώνω
—
χαμπλός
—
οκνεύω
—
αγνότητα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω