🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αρχείο
αρχείο
το (тж. мн.ч. ) 1)
архив
;
βάζω στό ~ — сдавать в архив
;
θάβω στά ~α — перен. сдать в архив
;
2)
летопись
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
архив
? —
αρχείο
как на
(ново)греческом
будет слово
летопись
? —
αρχείο
как с
(ново)греческого
переводится слово
αρχείο
? — архив, летопись
#
(ново)греческий словарь
—
ανθόρροια
—
αναμαρμαρώνω
—
συγνώμη
—
κοτόψειρα
—
διαθέσιμος
—
κυνοφοβία
—
λαοπρόβλητος
—
χιονοσκέπαστος
—
κατακλέφτω
—
συμφωνητικό
—
απριλιάτικα
—
βάθρο
—
μισομεθυσμένος
—
απρόσοδος
—
ρευστός
—
αδελφοξαδέλφια
—
ποδηγέτης
—
κακοπορεύω
—
λενινικός
—
μορτίτης
—
χοντρόκοκκος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω