🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εξαδάκτυλος
εξαδάκτυλ|ος
1)
шестипалый
;
2)
длиной в шесть пальцев
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
шестипалый
? —
εξαδάκτυλος
как на
(ново)греческом
будет слово
длиной в шесть пальцев
? —
εξαδάκτυλος
как с
(ново)греческого
переводится слово
εξαδάκτυλος
? — шестипалый, длиной в шесть пальцев
#
(ново)греческий словарь
—
ταγμένος
—
αψινθώνω
—
ποδοσφαιριστής
—
ξανάστροφα
—
γαστριμαργία
—
βραδύπορος
—
ρυθμόμετρο
—
ακοίμιστος
—
τρύγημα
—
τροχόσπιτο
—
λιοκαμένος
—
γνοιασμένος
—
απαρεγκλίτως
—
βαμβακοσυλλέκτης
—
αποθηκευτικά
—
αντεννοκάταρτο
—
ερμητικότητα
—
φαλλῖτις
—
καλλι-
—
ατυράγνητος
—
ασπροφορεμένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω