🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μπατάκι
μπατάκι
το 1)
болото
;
2)
ил, тина
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
болото
? —
μπατάκι
как на
(ново)греческом
будет слово
ил
? —
μπατάκι
как на
(ново)греческом
будет слово
тина
? —
μπατάκι
как с
(ново)греческого
переводится слово
μπατάκι
? — болото, ил, тина
#
(ново)греческий словарь
—
υστερόγραφο
—
μπακράτσι
—
αεραέριο
—
οίκημα
—
ημίπαυση
—
αρχιστράτηγος
—
ανεξικακία
—
καυχησιολογώμαι
—
καλόγρια
—
επιδιαιτησία
—
νερομάνα
—
αδιαπέραστος
—
σιφώνιο
—
επιπλάττω
—
ανυπερνίκητος
—
ιατροδικαστική
—
απέραστος
—
ξεσυνηθίζω
—
αφούρκιστος
—
γεννητικότητα
—
θαμνώνας
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω