🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
απαρτίζομαι
απαρτίζομαι
состоять, складываться
;
τό λεξικό ~εται από δύο τόμους — словарь состоит из двух томов
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
состоять
? —
απαρτίζομαι
как на
(ново)греческом
будет слово
складываться
? —
απαρτίζομαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
απαρτίζομαι
? — состоять, складываться
#
(ново)греческий словарь
—
ελκυστίνδα
—
ανακουφιστικός
—
πουκαμισού
—
προσκυνητάρι
—
εκσπερμάτιση
—
παστά
—
διηθητήριον
—
Σπήλιος
—
απηλιθιώνω
—
υποβολιμαίος
—
ανέγνωσα
—
γυρευτός
—
ευλόγηση
—
υποχώρηση
—
αραποσίτικος
—
παραδάκι
—
υποτιμώμαι
—
γούρμασμα
—
αραβόφωνος
—
φανίζομαι
—
σάρος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω