🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ενετάλην
ενετάλην
αόρ. от εντέλλομαι
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ενετάλην
? —
#
(ново)греческий словарь
—
υγειονομικόν
—
λυχνοσβήστης
—
καπνέλαιο
—
καταδεκτικός
—
χρηματολογικός
—
απαστράφτω
—
ρωμαϊστής
—
σοβατίζω
—
μιαρός
—
αποφυλακίζω
—
δικρανώδης
—
ανθοδεσία
—
ανεπίδεκτος
—
μετεωρολογία
—
εγκωμιαστής
—
υγροποιώ
—
ερωταπόκριση
—
αρχαϊστί
—
καλοκαιριάζει
—
λιμάρικος
—
λοσιόν
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω