🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αναθρεπτήρας
αναθρεπτήρας
ο
кормушка
(для цыплят и т. п.)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
кормушка
? —
αναθρεπτήρας
как с
(ново)греческого
переводится слово
αναθρεπτήρας
? — кормушка
#
(ново)греческий словарь
—
σφάλλω
—
σύμμαχος
—
σιχαίνομαι
—
ξαρματώνω
—
περιτείχιση
—
ναρκισσιστής
—
θεατρολόγος
—
ακόμη
—
συγυρισμένος
—
εξοιδητικός
—
ευπορώ
—
αλαλαγή
—
ιστολογικός
—
φλόμος
—
αντιχαιρετίζω
—
προπαρασκευάζομαι
—
χυλός
—
δρομάδα
—
ανιμιστικός
—
χρωματιστός
—
ταξίμετρο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω