🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μπουφάν
μπουφάν
το
куртка
(спортивная)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
куртка
? —
μπουφάν
как с
(ново)греческого
переводится слово
μπουφάν
? — куртка
#
(ново)греческий словарь
—
δαιμονοπάθεια
—
στραπόρτο
—
νεογιλός
—
κροκοσυλλέκτρια
—
φουμάρισμα
—
αντισημιτικός
—
επιναυπηγός
—
πάγκοινος
—
φασόλι
—
καυδιανά
—
αδικοπραξία
—
χέρι
—
αμφιετηρίδα
—
πηλοπλαστικός
—
επουρίζω
—
υπό
—
ανταποκρινόμενος
—
παγιδάκι
—
παραλληλογράφος
—
κατσαμάκι
—
εγχειρίδιο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω