🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πινακίδιο
πινακίδιο
το
дощечка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
дощечка
? —
πινακίδιο
как с
(ново)греческого
переводится слово
πινακίδιο
? — дощечка
#
(ново)греческий словарь
—
γιαλοπερίγιαλο
—
ηλεκτρογόνος
—
ανεράιδα
—
κούρσα
—
παρατηρητήριο
—
ρίγημα
—
αποπληξία
—
πά
—
κεντροδεξιός
—
επιστύλιον
—
μεσιακάρικος
—
ανατρέφομαι
—
προπαρασκευαστής
—
μανδύας
—
μονωδώ
—
κάτι
—
Κύπρια
—
ομματόφυλλα
—
τόκος
—
μπιρμπιλομάτης
—
αρχοντολογικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω