🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πιπίλισμα
πιπίλισμα
το 1)
сосание
;
2)
назойливая болтовня
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сосание
? —
πιπίλισμα
как на
(ново)греческом
будет слово
назойливая болтовня
? —
πιπίλισμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
πιπίλισμα
? — сосание, назойливая болтовня
#
(ново)греческий словарь
—
πεσσός
—
ραβανί
—
αντιφέγγω
—
εκμίσθωση
—
καταπλακώνω
—
αθεΐα
—
οδοποιητικός
—
υψωτής
—
λιδοδομία
—
δυσκατέργαστος
—
καραμέλλα
—
καταιονητήρας
—
τελειοποιούμαι
—
ιστιοποιός
—
ξεροσφύρι
—
νεοφασισμός
—
θεοδολίτιο
—
βιντεοκασέτα
—
οικοδιδάσκαλος
—
αμπάλωτος
—
συνασπίζομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω