🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ορθόστητος
ορθόστητ|ος
стоящий прямо
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
стоящий прямо
? —
ορθόστητος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ορθόστητος
? — стоящий прямо
#
(ново)греческий словарь
—
αδιαμάχητος
—
ζωογονία
—
κρεμανταλού
—
πορνογραφώ
—
σφουγγαρόπαννο
—
εναντιόφρων
—
αμπελουργικός
—
ανθοσμίας
—
αγκιστριά
—
απορριξιμιό
—
λαϊκίστικος
—
ελλογιμότητα
—
χαλκόχρους
—
ιερέας
—
ηλεκτρόνιο
—
μικροπρέπεια
—
υετώδης
—
σύνοικος
—
ασουρωτός
—
γλανός
—
ρετιρέ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω