🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αναψοκοκκινίζω
αναψοκοκκινίζω
краснеть
(от волнения, прилива крови и т. п.)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
краснеть
? —
αναψοκοκκινίζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
αναψοκοκκινίζω
? — краснеть
#
(ново)греческий словарь
—
ενδορραχιαίος
—
διμορφίσμος
—
ακαλογίνωτος
—
προσωπογραφία
—
κοινοβιότης
—
βίσεκτος
—
συντονισμός
—
τυραννώ
—
μεταξένιος
—
ασσορτιμέντο
—
ανακαίνισμός
—
παραγραφή
—
μυρμηγκικός
—
χοροστάσι
—
αγριόσκυλο
—
εδεσματοθήκη
—
θεωρικά
—
μετακόσμιος
—
ξεφυτρώνω
—
λευτερώνω
—
αλευροβιομήχανος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω