🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αρδευτήρι
αρδευτήρι
το
лейка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
лейка
? —
αρδευτήρι
как с
(ново)греческого
переводится слово
αρδευτήρι
? — лейка
#
(ново)греческий словарь
—
αρκουδοπούρναρο
—
χαρτορρίχτρα
—
αλατιστός
—
οριζοντιώνω
—
διάνθισμο
—
Πτωχοπρόδρομος
—
γέλωτας
—
κοκαλιάζω
—
νούλλα
—
βελτίωση
—
ξεπλύνω
—
ανθρωπομετρία
—
αλεπίδωτος
—
τουρνέ
—
λειχηνόμορφος
—
λυσσάω
—
ναί
—
καθρεφτάς
—
ερμηνεία
—
πεντάγραμμο
—
εξευμένιση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω