🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μαστιχιά
μαστιχιά
η
мастиковое дерево
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
мастиковое дерево
? —
μαστιχιά
как с
(ново)греческого
переводится слово
μαστιχιά
? — мастиковое дерево
#
(ново)греческий словарь
—
βόειος
—
εισποιούμαι
—
εξαγγέλλω
—
γλίσχρος
—
κρεβάτι
—
καμπιάζω
—
αστυνομία
—
μυοκάρδιο
—
κεντρώος
—
επιθεωρημένος
—
εχμάζω
—
κουμπούρα
—
γέμα
—
θανατοποινίτισσα
—
καλούπιασμα
—
σερδάρης
—
κατακραυγή
—
λιποθυμικός
—
βαλβίδα
—
χοροδιδάσκαλος
—
τερματικό
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω