🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ανεμότρατα
ανεμότρατα
η 1)
рыболовное (парусное) судно
;
2)
рыболовная сеть
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
рыболовное судно
? —
ανεμότρατα
как на
(ново)греческом
будет слово
рыболовная сеть
? —
ανεμότρατα
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανεμότρατα
? — рыболовное судно, рыболовная сеть
#
(ново)греческий словарь
—
ιστιοποιείο
—
ζαχαροφάγος
—
εξωγήινος
—
ερυθροξυλίνη
—
ανεπιστημονικός
—
ανασωσμός
—
δηλοποιητικός
—
σαμπί
—
ανεξήγητος
—
εκδίκαση
—
αλευροποιείον
—
συμμαχητής
—
γεννητικός
—
παρακόρη
—
διπλιάζω
—
ταμπούρλο
—
καρίνα
—
ναρκοπέδιο
—
φουρνέλλο
—
βυζαντινολόγος
—
καθαρογράφος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω