🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πειστήριος
πειστήρι|ος
уст.
убедительный, доказательный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
убедительный
? —
πειστήριος
как на
(ново)греческом
будет слово
доказательный
? —
πειστήριος
как с
(ново)греческого
переводится слово
πειστήριος
? — убедительный, доказательный
#
(ново)греческий словарь
—
ανάσυρτα
—
περιοδικότητα
—
πρόνοια
—
δετή
—
κρανιακός
—
ευμετακίνητος
—
μονοθεϊστικός
—
υποδούλωση
—
κομμουνίστρια
—
επισπεύδω
—
κανονιστικός
—
ασκλάβωτος
—
ξεφουσκωμένος
—
ερεισίνωτον
—
ζευζεκιά
—
διέπω
—
τεχνική
—
απέλαση
—
υποπρακτορείο
—
πλατυτέρα
—
γελαδότριχα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω