🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
υποκλείδιος
υποκλείδι|ος
анат.
подключичный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
подключичный
? —
υποκλείδιος
как с
(ново)греческого
переводится слово
υποκλείδιος
? — подключичный
#
(ново)греческий словарь
—
νικάω
—
γλυκαγκαλιάζομαι
—
ούλτρα
—
αντιυγροσκοπικός
—
φιλντισένιος
—
λούφες
—
αποκλείω
—
ταβλαδόρος
—
μυθοποιούμαι
—
αφυπνίζω
—
υποτακτική
—
ουρλιαχτό
—
δεκαεξάκις
—
αμολόχα
—
σιγανοψιχάλισμα
—
διαπυητικός
—
ιονικός
—
καΐκι
—
ευσχήμως
—
αφανής
—
OTE
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω