🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σαρδόνιος
σαρδόνι|ος
сардонический
;
~ γέλως — сардонический смех
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сардонический
? —
σαρδόνιος
как с
(ново)греческого
переводится слово
σαρδόνιος
? — сардонический
#
(ново)греческий словарь
—
τελματώνομαι
—
δασμός
—
εμφύσημα
—
μαλακανδρέας
—
πλαισίωμα
—
διμηνίτισσα
—
διττόκλιτος
—
αθιγγανικός
—
τζαβεττάρω
—
κουτσοφλέβαρος
—
επίρρευμα
—
ντιλεττάντης
—
ινδόρνις
—
γλυπτικός
—
μουχαπέτι
—
ρεμάλι
—
λιανοπουλητής
—
καρουμπαλάκι
—
υπογάστριος
—
υδάτινος
—
καρρολόγος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω