🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ζέγουνας
ζέγουνας
ο бот. (молочайный)
осот
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
осот
? —
ζέγουνας
как с
(ново)греческого
переводится слово
ζέγουνας
? — осот
#
(ново)греческий словарь
—
συρματουργός
—
παιδονομικός
—
ασκήτρια
—
δώθενε
—
άσπιλος
—
τετραετής
—
βουδδιστής
—
προξενητής
—
κατεπείγομαι
—
μέστωμα
—
φρόντιση
—
ξιφήρης
—
μαυρίδι
—
εκρηξιγενής
—
σγουρός
—
γυψοπλάστης
—
ανεμοφλογισμένος
—
τσανακογλείφτης
—
όμορφη
—
δηλητηριαστής
—
κουμπώνω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω