🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εκνίτρωσις
εκνίτρωσις
(-εως) η хим.
денитрификация
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
денитрификация
? —
εκνίτρωσις
как с
(ново)греческого
переводится слово
εκνίτρωσις
? — денитрификация
#
(ново)греческий словарь
—
κοζακλαριώτικος
—
έντερο
—
αλλαξοπιστία
—
λιγόλογος
—
τυφλοσύρτης
—
συλλέκτρια
—
ανθοπαραγωγή
—
παντοφλάδικο
—
γλυκοφίλημα
—
αδιάπρακτος
—
προεστός
—
αποκριανός
—
εγγυοδότης
—
κοπτήρας
—
κατακαμπής
—
λυκόσκολλο
—
ήλιο
—
γατόψαρο
—
έκπλους
—
σωριαστός
—
παραξενεύω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω