🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ισοπεδωτικός
ισοπεδωτικός
уравнительный
;
~ή διανομή — уравнительное распределение
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
уравнительный
? —
ισοπεδωτικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
ισοπεδωτικός
? — уравнительный
#
(ново)греческий словарь
—
βρισκούμαι
—
πολυκύμαντος
—
ζαμπούνης
—
χαϊδιάρικος
—
σιωνισμός
—
γελαδότριχα
—
αυτορρυθμιστήρας
—
δόλιος
—
αλλέγρο
—
σακχαρίνη
—
αηδόνισμα
—
φαφούτικα
—
φεστιβάλ
—
ενσφράγισις
—
παραμάσκαλα
—
αναγουλιά
—
ανεπιβεβαίωτος
—
ανίκανος
—
προσφυγάκι
—
ποταμίσιος
—
αποκηρύττω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω