🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ανατεθειμένος
ανατεθειμένος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανατεθειμένος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
θερμαντικό
—
χέστρα
—
συσκοτίζω
—
φραχτικά
—
γενετική
—
ευσαρκία
—
οπωσδήποτε
—
κεφαλόβρυση
—
εξής
—
βραχυπρόθεσμος
—
προσωποποιία
—
κολλόδιο
—
ανεβοκατεβαίνω
—
ανατρέφομαι
—
ξενολάτρης
—
αντιδημοηκότητα
—
επιδεικνύομαι
—
πιεζομετρία
—
αεριοστεγής
—
βηματάρης
—
ζηλοφθονώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω