🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
απούλητος
απούλητ|ος
1)
непроданный
;
2)
непродажный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
непроданный
? —
απούλητος
как на
(ново)греческом
будет слово
непродажный
? —
απούλητος
как с
(ново)греческого
переводится слово
απούλητος
? — непроданный, непродажный
#
(ново)греческий словарь
—
εγκληματικότητα
—
φουτουρίστρια
—
γυναικάς
—
γαλακτοφαγία
—
μπορντό
—
αυχμός
—
θεοκρασία
—
διογογγύζω
—
φλογιστικός
—
νταβραντώ
—
αδιασκεύαστος
—
επίφραγμα
—
ξερατό
—
στασιώτης
—
ανοφυσητός
—
ευμορφοκαμωμένος
—
νουνεχής
—
σκουληκιασμένος
—
καραγκιοζάκι
—
πειραματόζωο
—
όστρια
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω