🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μερομίσθι
μερομίσθι
το
дневной заработок
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
дневной заработок
? —
μερομίσθι
как с
(ново)греческого
переводится слово
μερομίσθι
? — дневной заработок
#
(ново)греческий словарь
—
σφαλίζω
—
δικαιολογημένος
—
ελεγκτήρας
—
ανόητος
—
έποψη
—
κεραμιδώ
—
καλογερόπαιδο
—
ξύστρον
—
αλαφροποινίτης
—
εμφρακτικός
—
ξέσπασμα
—
παραγυιός
—
μεθυλικός
—
επιδοκιμάζω
—
νείδι
—
γιορταστικός
—
τεμπελχανάς
—
γερόντιον
—
οπληφόρα
—
αστραποβόλος
—
κινητοποιούμαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω