🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γαστρωμένη
γαστρωμένη
η
беременная
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
беременная
? —
γαστρωμένη
как с
(ново)греческого
переводится слово
γαστρωμένη
? — беременная
#
(ново)греческий словарь
—
μάτ
—
—
μηκηθμός
—
κοροϊδεύτρα
—
ωμόλινον
—
αποπωματίζω
—
καθιερώνω
—
παραφυσώ
—
εβδομαδιαίος
—
ανίδωτος
—
ημίπληκτος
—
αναγνωστήριο
—
αβλεπτώ
—
ακατάκτητος
—
καφεϊνισμός
—
μισοσβήνω
—
ανέμελα
—
μαζύ
—
πανικός
—
λυσσάζω
—
κερατούκλης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω