🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εγκέφαλος
εγκέφαλ|ος
ο 1) (головной)
мозг
;
διάσειση τού ~άλου — сотрясение мозга
;
2)
глава, руководитель
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
мозг
? —
εγκέφαλος
как на
(ново)греческом
будет слово
глава
? —
εγκέφαλος
как на
(ново)греческом
будет слово
руководитель
? —
εγκέφαλος
как с
(ново)греческого
переводится слово
εγκέφαλος
? — мозг, глава, руководитель
#
(ново)греческий словарь
—
μικροβιολογία
—
αποτυχία
—
ηδύοσμος
—
κοσκινού
—
χειρομάντης
—
αποσπόρι
—
επαργορώνω
—
αλλοφροσύνη
—
θλίβω
—
αρρενωπός
—
σκεπαστήριον
—
καστανόχρους
—
θερμόμετρο
—
διάρρευση
—
σαρανταπενταρίζω
—
αμμόχωστος
—
ποδοσφαιριστής
—
ισοφαρίζομαι
—
αμμουδιά
—
μονολογώ
—
ακταίωρος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω