🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
στούκας
στούκας
το разг.
штурмовик; пикировщик
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
штурмовик
? —
στούκας
как на
(ново)греческом
будет слово
пикировщик
? —
στούκας
как с
(ново)греческого
переводится слово
στούκας
? — штурмовик, пикировщик
#
(ново)греческий словарь
—
συσφικτήρας
—
αχορταγιά
—
ανάφλεξη
—
θυγατέρα
—
ψυλλοβότανο
—
ηνιοχώ
—
άρχω
—
παλαιστής
—
πιασμένος
—
τέχνη
—
κακοσούρης
—
κοντράτο
—
ρημαγμένος
—
καρτερία
—
εκμηδένιση
—
πενταροδεκάρες
—
σκεπτικότητα
—
κουμπώνομαι
—
δεκατετράστιχο
—
μαρξιστικο-λενινιστικός
—
ασκοτάδιαστος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω