🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βαπορτζής
βαπορτζ|ής
ο уст.
капитан
(парохода)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
капитан
? —
βαπορτζής
как с
(ново)греческого
переводится слово
βαπορτζής
? — капитан
#
(ново)греческий словарь
—
παρασημαίνω
—
γαιανθρακαποθήκη
—
πρεζάκι
—
ασκούμενος
—
ένδοσις
—
Ουρανούπολη
—
καλόβουλος
—
εσχαροκιβώτιο
—
ακαγος
—
επιστομίζω
—
έκλυση
—
στιχηδόν
—
εκφύλιση
—
ασχολούμαι
—
καλαμιώνας
—
ριζοσπάστης
—
γδικιέμαι
—
απαλόσορκος
—
ελατόπισσα
—
στηθάγχη
—
βόλισμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω