🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κλαμένος
κλαμέν|ος
1)
плачущий
;
~α μάτια — весь в слезах, с заплаканными глазами
;
2)
оплаканный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
плачущий
? —
κλαμένος
как на
(ново)греческом
будет слово
оплаканный
? —
κλαμένος
как с
(ново)греческого
переводится слово
κλαμένος
? — плачущий, оплаканный
#
(ново)греческий словарь
—
γαρουφαλλιά
—
κλέφτης
—
στυφτικότητα
—
επισταμένως
—
νεφραλγία
—
αρχιεπίσκοπος
—
ακομμάτιαστος
—
βαθύδενδρος
—
νάρκισσος
—
επιτηδευμένος
—
τρώσις
—
βουρλίζομαι
—
επιβολέας
—
δικηγορικά
—
προβατώδης
—
επτάστιχον
—
χρησιμοθηρικός
—
γυμνόσωμος
—
τορευτής
—
καταμόσχευση
—
σπίλωση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω