🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κουρνιαχτός
κουρνιαχτός
ο
пыль; облако пыли
;
έχει σηκωθεί ~ — [phrase]пыль стоит столбом[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пыль
? —
κουρνιαχτός
как на
(ново)греческом
будет слово
облако пыли
? —
κουρνιαχτός
как с
(ново)греческого
переводится слово
κουρνιαχτός
? — пыль, облако пыли
#
(ново)греческий словарь
—
δειλιώ
—
πρωτοκολλώ
—
ανάδευμα
—
ελαφρός
—
χαριτολόγος
—
χαζαμάρα
—
αμπελών
—
σεκλέτι
—
αποπνικτικός
—
γεροντοπαλλήκαρο
—
ρεβένι
—
αυγόειδος
—
μαντηλώνω
—
αλληλοφαγώνομαι
—
γύρωμα
—
γαλονάς
—
πολεμεφόδια
—
γαζία
—
παραχορταίνω
—
Πρωτημαρτιά
—
ανεξήγητος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω