🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πετραχήλι
πετραχήλι
το церк.
епитрахиль
;
===
υπόσχομαι (или τάζω) λαγούς μέ ~α — наобещать с три короба
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
епитрахиль
? —
πετραχήλι
как с
(ново)греческого
переводится слово
πετραχήλι
? — епитрахиль
#
(ново)греческий словарь
—
βαθύφωνος
—
εμπράγματος
—
ανοιγοσφαλώ
—
πάσσαρα
—
ωκύπτερος
—
δακτυλογραφία
—
τραγανιστός
—
φιγουρατζής
—
καλόπιασμα
—
απομπάμπακο
—
ξαστεριά
—
εναρμονίζω
—
δομαλιστήριον
—
γεμιστά
—
επανετέθην
—
σφυγμομετρώ
—
τεχνίτης
—
κράνεια
—
απυρόβλητος
—
γιαβουκλού
—
ανέντιμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω